Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόspióne
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [spiˈone] 1 χαφιές 2 μαρτυριάρης 3 πληροφοριοδότης 4 κατάσκοπος 5 σπιούνος permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |