Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


patetìsmo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [pateˈtizmo]

1 επηρεασμός από συναισθήματα
2 συναισθηματισμός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  pateticume pathos  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

pateticamente (επίρ.)
pateticità (θηλ.ουσ)
patetico (ουσ αρσ )
patetico (επίθ.)
pateticume (ουσ αρσ )
patetismo (ουσ αρσ )
pathos (ουσ αρσ )
patibile (επίθ.)
patibolare (επίθ.)
patibolo (ουσ αρσ )
patimento (ουσ αρσ )
patina (θηλ.ουσ)
patinare (ρ. μτβ.)
patinato (επίθ.)
patinatura (θηλ.ουσ)
patinoso (επίθ.)
patio (ουσ αρσ )
patire (ρ.αμτβ.)
patire (ρ. μτβ.)
patito (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---