Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


scompósto  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [skomˈposto]

1 ασυγύριστος
2 ατακτοποίητος
3 ανοικοκύρευτος
4 απεριποίητος
5 ατημέλητος
6 ασύνταχτος
7 ξεκάρφωτος
8 αποσυνδεμένος
9 ασυνάρτητος
10 διαλυμένος
11 διασπασμένος
12 αποσυναρμολογημένος
13 αποσυντεθείς
14 απρεπής
15 άτοπος
16 ακατάστατος
17 κακόγουστος
18 άστοχος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  scompostezza scomputabile  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

scomporre (ρ. μτβ.)
scomporsi (ρ.μ. (αντων.))
scompositore (αρσ. επίθ και ουσ)
scomposizione (θηλ.ουσ)
scompostezza (θηλ.ουσ)
scomposto (επίθ.)
scomputabile (επίθ.)
scomputare (ρ. μτβ.)
scomputo (ουσ αρσ )
scomunica (θηλ.ουσ)
scomunicare (ρ. μτβ.)
scomunicato (ουσ αρσ )
scomunicato (επίθ.)
sconcatenare (ρ. μτβ.)
sconcatenato (επίθ.)
sconcertante (επίθ.)
sconcertare (ρ. μτβ.)
sconcertato (επίθ.)
sconcerto (ουσ αρσ )
sconcezza (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---