Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόGomòrra
κύριο όνομα θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [goˈmɔrra] Γόμορα (τα Σόδομα και τα Γόμορα) permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |