Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόtirapièdi
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [,tiraˈpjɛdi] 1 βοηθός (ειρωνικά) 2 βοηθός δημίου που εκτελεί με απαγχονισμό permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |