Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


sanguificatore  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [sangwifikaˈtore]

όργανο παραγωγής αίματος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  sanguificarsi sanguificazione  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

sangue (επίθ.)
sanguemisto (ουσ αρσ )
sanguifero (επίθ.)
sanguificare (ρ. μτβ.)
sanguificarsi (ρ.μ. (αντων.))
sanguificatore (ουσ αρσ )
sanguificazione (θηλ.ουσ)
sanguigna (θηλ.ουσ)
sanguigno (ουσ αρσ )
sanguigno (επίθ.)
sanguinaccio (ουσ αρσ )
sanguinante (επίθ.)
sanguinare (ρ.αμτβ.)
sanguinaria (θηλ.ουσ)
sanguinario (επίθ.)
sanguine (ουσ αρσ )
sanguinella (θηλ.ουσ)
sanguinolento (επίθ.)
sanguinosamente (επίρ.)
sanguinoso (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---