Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόobliterazióne
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [obliteratˈtsjone] 1 ξεθώριασμα 2 διαγραφή 3 εξάλειψη 4 απόφραξη permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |