Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόimbeccheràre
ρήμα μεταβατικό Προσφορά I.P.A.: [imbekkeˈrare] 1 νουθετώ κάποιον πρωτάρη 2 καθοδηγώ 3 υποδεικνύω permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |