Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόfrésco
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [ˈfresko] η δροσιά frésco επίθετο Προσφορά I.P.A.: [ˈfresko] φρέσκος (-ια, -ο), νωπός (-η, -ο) permalink
Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματαpittura [θηλ.] fresca = προσοχή φρεσκοβαμμένο Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |