Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόcomplessàto
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [komplesˈsato] κομπλεξικός άνθρωπος complessàto επίθετο Προσφορά I.P.A.: [komplesˈsato] 1 νευρωτικός 2 κομπλεξικός permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |