Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόaddobbaménto
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [addobbaˈmento] 1 στολισμός 2 καλλωπισμός 3 διακόσμηση 4 στόλισμα permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |