Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ακοίμητος [επίθ.] ακόνι {ακον-ιού ...
ακοινωνησία {χωρ. πληθ... ακονίζω {ακόνισ-α,...
ακοινώνητος [επίθ.] ακόνισμα [ουσ ουδ.]
ακοίταχτος [επίθ.] ακονισμένος [επίθ.]
ακοκκίνιγος [επίθ.] ακονιστήρι [ουσ ουδ.]
ακολασία {ακολασιών... ακονιστής [ουσ αρσ ]
ακόλαστα [επίρ.] ακονόπετρα [θηλ.ουσ]
ακόλαστος [επίθ.] ακοντίζω {ακόντισ-α...
ακολουθητικός [επίθ.] ακόντιο {ακοντί-ου...
ακολουθία {ακολουθιώ... ακοντισμός [ουσ αρσ ]
ακόλουθος [επίθ.] ακοντιστής {ακοντιστρ...
ακόλουθος {ακολούθ-ο... ακοντίστρια [θηλ.ουσ]
ακολουθούμενος [επίθ.] ακονώ aor ακονίσ...
ακολουθώ {ακολουθ-ε... ακοπάνητος [επίθ.]
ακολουθών [επίθ.] ακοπάνιγος [επίθ.]
ακολούθως [επίρ.] άκοπος [επίθ.]
ακόμα [επίρ.] ακόρεστα [επίρ.]
ακόμη [επίρ.] ακόρεστος [επίθ.]
ακομμάτιστος [επίθ.] ακορντεόν {άκλ.}
ακομπανιαμέντο [ουσ ουδ.] ακορντεονίστρια [θηλ.ουσ]
ακομπανιάρω {ακομπανιά... ακοσκίνιγος [επίθ.]
άκομψα [επίρ.] άκοσμα [επίρ.]
άκομψος [επίθ.] ακοσμία {χωρ. πληθ...
ακονάω aor ακονίσ... άκοσμος [επίθ.]
ακόνη [θηλ.ουσ] ακοστολόγητος [επίθ.]

Pagina precedentePagina successiva

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: