Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


virgùlto  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [virˈgulto]

1 παραφυάδα
2 βλαστός
3 βλαστάρι
4 φιντανάκι
5 δενδρύλλιο


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  virgolette virile  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

virginia (θηλ.ουσ)
virgola (θηλ.ουσ)
virgolare (ρ. μτβ.)
virgolettare (ρ. μτβ.)
virgolette (θηλ. ουσ πληθ.)
virgulto (ουσ αρσ )
virile (επίθ.)
virilismo (ουσ αρσ )
virilità (θηλ.ουσ)
virilizzare (ρ. μτβ.)
virilizzarsi (ρ.μ. (αντων.))
virilizzazione (θηλ.ουσ)
virilmente (επίρ.)
virogenesi (θηλ.ουσ)
virologia (θηλ.ουσ)
virologico (επίθ.)
virologo (ουσ αρσ )
virosi (θηλ.ουσ)
virtù (θηλ.ουσ)
virtuale (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---