Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


suggestività  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [sudʤestiviˈta]

1 ελκυστικότητα
2 σαγήνη
3 δυνατότητα εισήγησης


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  suggestione suggestivo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

suggestionabilità (θηλ.ουσ)
suggestionare (ρ. μτβ.)
suggestionarsi (ρ.μ. (αντων.))
suggestionato (επίθ.)
suggestione (θηλ.ουσ)
suggestività (θηλ.ουσ)
suggestivo (επίθ.)
sughera (θηλ.ουσ)
sugheraio (ουσ αρσ )
sughereta (θηλ.ουσ)
sughereto (ουσ αρσ )
sughericolo (επίθ.)
sughericoltore (ουσ αρσ )
sughericoltura (θηλ.ουσ)
sugherificio (ουσ αρσ )
sughero (ουσ αρσ )
sugheroso (επίθ.)
sugna (θηλ.ουσ)
sugnoso (επίθ.)
sugo (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---