Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


sbarcatóio  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [zbarkaˈtojo]

1 πλατφόρμα αποβίβασης
2 τόπος ξεφορτώματος
3 αποβάθρα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  sbarcare sbarco  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

sbarbatura (θηλ.ουσ)
sbarbettatura (θηλ.ουσ)
sbarbicare (ρ. μτβ.)
sbarcare (ρ.αμτβ.)
sbarcare (ρ. μτβ.)
sbarcatoio (ουσ αρσ )
sbarco (ουσ αρσ )
sbardare (ρ. μτβ.)
sbarello (ουσ αρσ )
sbarra (θηλ.ουσ)
sbarramento (ουσ αρσ )
sbarrare (ρ. μτβ.)
sbarrato (επίθ.)
sbarretta (θηλ.ουσ)
sbarrista (ουσ αρσ )
sbarrista (θηλ.ουσ)
sbassamento (ουσ αρσ )
sbassare (ρ. μτβ.)
sbastire (ρ. μτβ.)
sbatacchiamento (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---