Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


profondàre  
ρήμα αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [profonˈdare]

1 βυθίζομαι
2 βουλιάζω

profondàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [profonˈdare]

1 βαθαίνω
2 εκβαθύνω

profondàrsi  
ρήμα μέσο αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [profonˈdarsi]

1 βουτώ
2 βουλιάζω
3 βυθίζομαι
4 καταδύομαι


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  profondamente profondere  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

profittatore (αρσ. επίθ και ουσ)
profittevole (επίθ.)
profitto (ουσ αρσ )
profluvio (ουσ αρσ )
profondamente (επίρ.)
profondare (ρ.αμτβ.)
profondare (ρ. μτβ.)
profondarsi (ρ. μ. αμτβ.)
profondere (ρ. μτβ.)
profondersi (ρ.μ. (αντων.))
profondimetro (ουσ αρσ )
profondità (θηλ.ουσ)
profondo (ουσ αρσ )
profondo (επίθ.)
proforma (επίρ.)
profugo (ουσ αρσ )
profugo (επίθ.)
profumare (ρ.αμτβ.)
profumare (ρ. μτβ.)
profumarsi (ρ.μ. (αντων.))

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---