Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόpartitocràtico
επίθετο Προσφορά I.P.A.: [partitoˈkratiko] 1 καθοδηγούμενος από το κόμμα 2 κομματικοποιημένος permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |