Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


lombricàle  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [lombriˈkale]

σκωληκοειδής (μυς)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  lombosacrale lombrico  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

lombardo (επίθ.)
lombare (επίθ.)
lombata (θηλ.ουσ)
lombo (ουσ αρσ )
lombosacrale (επίθ.)
lombricale (αρσ. επίθ και ουσ)
lombrico (ουσ αρσ )
londinese (ουσ αρσ και θηλ.)
londinese (επίθ.)
Londra (θηλ.ουσ)
longanime (επίθ.)
longanimità (θηλ.ουσ)
longevità (θηλ.ουσ)
longevo (επίθ.)
longherina (θηλ.ουσ)
longherone (ουσ αρσ )
longilineo (αρσ. επίθ και ουσ)
longitipo (ουσ αρσ )
longitudinale (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
longitudinalmente (επίρ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---