Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόlongitìpo
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [lonʤiˈtipo] 1 ψηλολέλεκας 2 νταγλαράς permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |