Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


lambiccàto  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [lambikˈkato]

1 ψωροπερήφανος
2 αλαζονικός
3 ακατάδεκτος
4 μεγαλοπιασμένος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  lambiccarsi lambicco  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

lambdacismo (ουσ αρσ )
lambello (ουσ αρσ )
lambiccamento (ουσ αρσ )
lambiccare (ρ. μτβ.)
lambiccarsi (ρ.μ. (αντων.))
lambiccato (αρσ. επίθ και ουσ)
lambicco (ουσ αρσ )
lambire (ρ. μτβ.)
lambrecchini (ουσ αρσ πληθ.)
lambrusca (θηλ.ουσ)
lambrusco (ουσ αρσ )
lamella (θηλ.ουσ)
lamellare (επίθ.)
lamellibranchi (ουσ αρσ πληθ.)
lamentare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
lamentarsi (ρ.μ. (αντων.))
lamentazione (θηλ.ουσ)
lamentela (θηλ.ουσ)
lamentevole (επίθ.)
lamentio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---