Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


indirizzàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [indiritˈtsare]

1 (lettera) απευθύνω
2 (persona) κατευθύνω

indirizzarsi  
ρήμα μέσο* (αντωνυμιακό)

Προσφορά I.P.A.: [indiritˈtsarsi]

1 χαράζω την πορεία μου προς
2 απευθύνομαι σε κάποιον
3 κατευθύνομαι
4 αλληλογραφώ με κάποιον


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  indirizzamento indirizzario  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

indipendenza (θηλ.ουσ)
indire (ρ. μτβ.)
indiretto (επίθ.)
indirizzabile (επίθ.)
indirizzamento (ουσ αρσ )
indirizzare (ρ. μτβ.)
indirizzarsi (ρ.μ. (αντων.))
indirizzario (ουσ αρσ )
indirizzatrice (θηλ.ουσ)
indirizzo (ουσ αρσ )
indisciplina (θηλ.ουσ)
indisciplinabile (επίθ.)
indisciplinatezza (θηλ.ουσ)
indisciplinato (επίθ.)
indiscreto (επίθ.)
indiscrezione (θηλ.ουσ)
indiscriminato (επίθ.)
indiscusso (επίθ.)
indiscutibile (επίθ.)
indiscutibilmente (επίρ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---