Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόfiammàta
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [fjamˈmata] 1 φούντωμα 2 λαμπάδιασμα 3 ξάναμμα 4 κόρωμα 5 πυράκτωση 6 πύρωμα 7 πύρωση permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |