Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόchilometràggio
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [kilomeˈtradʤo] απόσταση σε χιλιόμετρα permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |