Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


càuto  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [ˈkawto]

1 προσεκτικός
2 διστακτικός
3 προφυλακτικός
4 επιφυλακτικός
5 σύννους
6 φρόνιμος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  cauterizzazione cauzionare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

cautelare (ρ. μτβ.)
cautelarsi (ρ. μ. αμτβ.)
cauterio (ουσ αρσ )
cauterizzare (ρ. μτβ.)
cauterizzazione (θηλ.ουσ)
cauto (επίθ.)
cauzionare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
cauzione (θηλ.ουσ)
cava (θηλ.ουσ)
cavachiodi (ουσ αρσ )
cavadenti (ουσ αρσ και θηλ.)
cavafango (θηλ.ουσ)
cavalcare (ρ. μτβ.)
cavalcata (θηλ.ουσ)
cavalcatore (ουσ αρσ )
cavalcatrice (θηλ.ουσ)
cavalcatura (θηλ.ουσ)
cavalcavia (θηλ.ουσ)
cavalcioni (επίρ.)
cavalierato (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---