Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόbranzìno
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [branˈtsino], [branˈdzino] 1 πέρκα 2 ψάρια οικογένειας centrarchidae permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |