Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ammezzìre  
ρήμα αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [ammetˈtsire]

1 παραωριμάζω
2 σαπίζω
3 ωριμάζω υπερβολικά
4 παραγίνομαι


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ammezzato ammiccamento  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ammesso (αρσ. επίθ και ουσ)
ammettenza (θηλ.ουσ)
ammettere (ρ. μτβ.)
ammezzare (ρ. μτβ.)
ammezzato (αρσ. επίθ και ουσ)
ammezzire (ρ.αμτβ.)
ammiccamento (ουσ αρσ )
ammiccare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
ammicco (ουσ αρσ )
ammide (θηλ.ουσ)
ammidico (επίθ.)
ammina (θηλ.ουσ)
amminico (επίθ.)
amministrare (ρ. μτβ.)
amministrativo (αρσ. επίθ και ουσ)
amministratore (ουσ αρσ )
amministratrice (θηλ.ουσ)
amministrazione (θηλ.ουσ)
amminoacido (ουσ αρσ )
ammirabile (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---