Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόamarìllide
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [amaˈrillide] 1 φυτό amaryllis belladonna 2 αμαρυλλίδα permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |