Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόaccigliatùra
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [atʧiʎʎaˈtura] 1 κατσούφιασμα 2 μούτρωμα 3 συνοφρύωση permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |