GrecoItaliano


Αποσαφήνιση

Η αναζήτηση σας έδωσε περισσότερα αποτελέσματα:

κάψα {2}
ουσιαστικό θηλυκό

calo`re ~m~ inte`nso, calu`ra ~f~, cani`cola ~f~ στην κάψα του καλοκαιριού == nella canicola estiva

permalink



Sfoglia il dizionario




{{ID:KAJA200}}
---CACHE---