Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόtuberosità
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [tuberoziˈta] 1 στρογγυλό εξόγκωμα 2 εξόγκωμα οστού για σύνδεση μυών permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |