Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόsvettatùra
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [zvettaˈtura] 1 κορφολόγημα 2 βλαστολόγημα 3 κλάδεμα 4 κόψιμο της κορυφής permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |