Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόscarificazióne
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [skarifikatˈtsjone] 1 σημάδι τομής 2 δημιουργία τομής (σε δέρμα) permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |