Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόriappiccicàre
ρήμα μεταβατικό Προσφορά I.P.A.: [riappitʧiˈkare] 1 κολλώ εκ νέου 2 συνδέω ξανά 3 ενώνω ξανά riappiccicarsi ρήμα μέσο* (αντωνυμιακό) Προσφορά I.P.A.: [riappitʧiˈkarsi] 1 κολλώ εκ νέου 2 συνδέομαι ξανά permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |