Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόpiccoloborghése
ουσιαστικό αρσενικό και θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [,pikkoloborˈgese], [,pikkoloborˈgeze] Μικροαστός piccoloborghése επίθετο Προσφορά I.P.A.: [,pikkoloborˈgese], [,pikkoloborˈgeze] μικροαστικός permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |