Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόperversióne
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [perverˈsjone] 1 εξαχρείωση 2 διαφθορά 3 διαστροφή permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |