Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόladrerìa
ουσιαστικό θηλυκό Προσφορά I.P.A.: [ladreˈria] 1 ληστεία 2 κλέψιμο 3 κλοπή permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |