Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόinfòlio
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [inˈfɔljo] 1 φύλλο χαρτιού 2 βιβλίο μεγάλου μεγέθους infòlio επίθετο Προσφορά I.P.A.: [inˈfɔljo] μεγέθους μεγάλου (φόλιο) permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |