Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόguerreggiàre
ρήμα μεταβατικό και αμετάβατο Προσφορά I.P.A.: [gwerredˈʤare] 1 πολεμώ 2 μάχομαι 3 κάνω πόλεμο guerreggiarsi ρήμα μέσο* (αντωνυμιακό) Προσφορά I.P.A.: [gwerredˈʤarsi] κάνω πόλεμο μεταξύ μας permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |