Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


drìzza  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ˈdrizza]

σκοινί ή παλάγκο ανύψωσης


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  drive–in drizzare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

dritta (θηλ.ουσ)
dritto (ουσ αρσ )
dritto (επίθ.)
drittofilo (ουσ αρσ )
drive–in (ουσ αρσ )
drizza (θηλ.ουσ)
drizzare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
drizzarsi (ρ.μ. (αντων.))
droga (θηλ.ουσ)
drogaggio (ουσ αρσ )
drogare (ρ. μτβ.)
drogarsi (ρ.μ. (αντων.))
drogato (ουσ αρσ )
drogato (επίθ.)
drogheria (θηλ.ουσ)
droghiere (ουσ αρσ )
dromedario (ουσ αρσ )
drosera (θηλ.ουσ)
drosofila (θηλ.ουσ)
drosometro (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---