Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


drìtto  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈdritto]

1 έξυπνος απατεώνας
2 κομπιναδόρος

drìtto  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [ˈdritto]

όρθιος (-α, -ο), ίσιος (-α, -ο)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  dritta drittofilo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

dribblare (ρ. μτβ.)
dribblatore (ουσ αρσ )
drillo (ουσ αρσ )
drink (ουσ αρσ )
dritta (θηλ.ουσ)
dritto (ουσ αρσ )
dritto (επίθ.)
drittofilo (ουσ αρσ )
drive–in (ουσ αρσ )
drizza (θηλ.ουσ)
drizzare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
drizzarsi (ρ.μ. (αντων.))
droga (θηλ.ουσ)
drogaggio (ουσ αρσ )
drogare (ρ. μτβ.)
drogarsi (ρ.μ. (αντων.))
drogato (ουσ αρσ )
drogato (επίθ.)
drogheria (θηλ.ουσ)
droghiere (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---