Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόdisórdine
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [diˈzordine] η αταξία, η ταραχή, η ακαραστασία permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |