ItalianoGreco


cùlto  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈkulto]

1 λατρεία
2 θρησκευτική πίστη και λατρεία
3 σύμβολο πίστεως
4 δόγμα
5 θρήσκευμα
6 πίστη
7 ευλάβεια
8 σέβας
9 θρησκεία


permalink



Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z



---CACHE---