cucù
ουσιαστικό αρσενικό
Προσφορά I.P.A.: [kuˈku]
ο κούκος
cucù
ονοματοποιία
Προσφορά I.P.A.: [kuˈku]
1 κούκου-τσα (σε μωρό)
2 κούκου!
ουσιαστικό αρσενικό
Προσφορά I.P.A.: [kuˈku]
ο κούκος
cucù
ονοματοποιία
Προσφορά I.P.A.: [kuˈku]
1 κούκου-τσα (σε μωρό)
2 κούκου!
permalink
Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα
orologio [αρσ.] a cucù = το ρολόι με κούκο
cucù (ουσ αρσ )
cucù (ονοματ.)
Οι Ιστοτοποι Μασ
- Dizionario italiano
- Grammatica italiana
- Verbi Italiani
- Dizionario latino
- Dizionario greco antico
- Dizionario francese
- Dizionario inglese
- Dizionario tedesco
- Dizionario spagnolo
- Dizionario greco moderno
- Dizionario piemontese
En français
In english
In Deutsch
En español
Em portugues
По русски
Στα ελληνικά
Ën piemontèis
Οι κινητές εφαρμογές μας
Android