Ιταλοελληνικό λεξικό
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικόagghiàccio
ουσιαστικό αρσενικό Προσφορά I.P.A.: [agˈgjatʧo] 1 τιμόνι 2 τιμόνι ελέγχου πηδαλίου 3 δοιάκι πηδαλίου βάρκας permalink
Sfoglia il dizionarioA B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|
Ën piemontèis |