Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


γκαλερίστας  
ουσιαστικό αρσενικό

1 galleri`sta ~mf~
2 commercia`nte ~m~ d'arte

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  γκαλερί γκάλοπ, γκαλόπ  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---