Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


γκάνγκστερ  
ουσιαστικό αρσενικό

gangster ~m~ γκάνγκστερ; bandi`to ~m~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  γκαμπριολέ γκανγκστερικός  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---