Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


γεροκομείο  
ουσιαστικό ουδέτερο

1 gerontoco`mio ~m~
2 ospi`zio ~m~ per vecchi

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  γεροκομάω γεροκομημένος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---