Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


βρέφος  
ουσιαστικό ουδέτερο

neona`to ~m~; latta`nte ~mf~; infa`nte ~mf~ το θείον Βρέφος==il Divino Infante, Gesù Bambino

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  βρεφονηπιακός βρέχει  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---