Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


αναπόφευκτα  
επίρρημα

1 immancabilme`nte
2 ineluttabilme`nte

αναπόφευχτα
επίρρημα

variante di [αναπόφευκτα]

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  αναποφάσιστος αναπόφευκτος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---