Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


stèndere  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈstɛndere]

απλώνω

stendersi  
ρήμα μέσο* (αντωνυμιακό)

Προσφορά I.P.A.: [ˈstɛndersi]

ξαπλώνω


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  stendardo stendibiancheria  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

stempiarsi (ρ. μ. μτβ. και αμτβ.)
stempiato (επίθ.)
sten (ουσ αρσ )
stendardiere (ουσ αρσ )
stendardo (ουσ αρσ )
stendere (ρ. μτβ.)
stendersi (ρ.μ. (αντων.))
stendibiancheria (ουσ αρσ )
stenditoio (ουσ αρσ )
stenditrice (θηλ.ουσ)
stenditura (θηλ.ουσ)
stenia (θηλ.ουσ)
stenico (επίθ.)
stenoalino (επίθ.)
stenobate (επίθ.)
stenocardia (θηλ.ουσ)
stenodattilografia (θηλ.ουσ)
stenodattilografo (ουσ αρσ )
stenografare (ρ. μτβ.)
stenografato (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---